Οι Λέξεις της Εβδομάδας

Βάλτε σαν στόχο να μαθαίνετε καθημερινά ό,τι μπορείτε για τη Λέξη της Ημέρας, είτε μέσα από βιβλία, είτε μέσα από το διαδίκτυο, ακόμα και μέσα από συζήτηση με τους φίλους σας. Με αυτό τον τρόπο θα μαθαίνετε παράλληλα κι άλλες νέες λέξεις, και θα εμπλουτίζετε σταδιακά τις γνώσεις σας!

 

rsz Δ   καδμήιος, -ιη, ιο: σχετικός με τον Κάδμο, τον ιδρυτή της Θήβας σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία

 

 

rsz 1t    ιψενικός, -η, ο: που αναφέρεται στο όνομα του νορβηγού δραματικού συγγραφέα Ερρίκου Ίψεν

  

 

rsz t

σαπφικός, η, -ο: σχετικός με τη Σαπφώ/ σχετικός με τη γυναικεία ομοφυλοφυλία

 

 

rsz p    μολιερικός, η, ο: σχετικός με το γάλλο θεατρικό συγγραφέα Μολιέρο

 

 

rsz p        λενινικός, η, ο: σχετικός με το ρώσο πολιτικό Βλαντίμιρ Λένιν

 

 

rsz 1s     φροϋδικός, -η, ο: σχετικός με τον αυστριακό επιστήμονα Σίγκμουντ Φρόυντ 

 

 

rsz k   ησιόδειος, -α, -ο: που ανήκει στον αρχαίο ποιητή Ησίοδο ή είναι σχετικός με το έργο του 

 

 

 

Λέξεις προηγούμενων εβδομάδων με αλφαβητική σειρά:

Α

αγεληδόν (επιρρ.): σαν αγέλη, σα μπουλούκι, όπου εξαφανίζεται μέσα στη μάζα η ιδιαιτερότητα του μεμονωμένου ατόμου

ακταιωρός (ο): μικρό πολεμικό σκάφος που προορίζεται για τη φύλαξη των ακτών, ο φρουρός των ακτών

αλεώριο (το): πάσσαλος ή άλλη κατασκευή στερεωμένη στο βυθό της θάλασσας για επισήμανση

αλλαχού (επιρρ.): αλλού, σε άλλον τόπο, σε άλλο μέρος

αλυτάρχης (ο): ο επόπτης/ υπεύθυνος της ομαλής διεξαγωγής αθλητικών αγώνων

αμίτωση (η): η άμεση διαίρεση ή πολλαπλασιασμός των κυττάρων

αντζούρι (το): το ξυλάγγουρο

αντλιωρός (ο): υπαξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού που φροντίζει για την τάξη του αντλιοστάσιου

αποβόρρι (το): ο φθίνων βόρειος άνεμος

απονήωση (η): απογείωση αεροσκαφών ή ελικοπτέρων από πλοίο

αρχήθεν (επιρ.): από παλιά, από την αρχή

ασκαρίδα (η): σκώληκας που ζει σαν παράσιτο στα έντερα των ανθρώπων (κοινή ονομασία: λεβίθα)

αταβισμός (ο): η επανεμφάνιση κληρονομικών χαρακτηριστικών προγόνου μετά από απουσία αρκετών γενιών (βιολ.)/ η επανεμφάνιση ιδεών, συμπεριφορών, μεθόδων κλπ που είχαν ξεχαστεί και θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν

αφθώδης, -ης, -εςαυτός που προκαλείται από άφθα, πχ. αφθώδης πυρετός

άχρι (προθ.): μέχρι/ κυρίως στη φράση "άχρι τούδε" = μέχρι τώρα, μέχρι στιγμής

Β

βαθμηδόν (επιρρ.): σιγά σιγά, σταδιακά

βελοειδής, -ής, -ές: αυτός που μοιάζει με βέλος ή έχει σχήμα βέλους (πχ. βελοειδή φύλλα)

βιλανέλα (η): πολυφωνική μουσική σύνθεση που διαδόθηκε κυρίως τον 16ο αιώνα

βότριδα (η): ο σκόρος

βρετίκια (τα, μόνο πληθ.): τα χρήματα ή η ανταμοιβή που δίνεται σε κάποιον, ο οποίος βρήκε και παρέδωσε χαμένο αντικείμενο στο νόμιμο κτήτορά του

βροχηδόν (επιρρ.): σαν την βροχή, με μεγάλη συχνότητα

Γ

γεντιανή (η): είδος άγριας πιπεριάς, χρησιμοποιείται ως βότανο

γεώμορο (το): το τμήμα της συγκοδιμής που δίνει ο καλλιεργητής ως μίσθωμα στον ιδιοκτήτη του κτήματος

γριφώδης, -ης, -ες: ο σχετικός με το γρίφο, αυτός που περιβάλεται από μυστήριο

Δ

δό(υ)γα (η): κυρτή σανίδα βαρελιού, η στεφάνη του βαρελιού

Ε

ελλέβορος (ο): πολυετές φυτό με τοξικές ιδιότητες, που χρησιμοποιούταν για θεραπευτικούς λόγους (αγλέουρας)

εμβρυωρός (ο): πρόσωπο που, σύμφωνα με παλαιότερα δίκαια, αναλάμβανε την επιτήρηση της εγκυμονούσας, μετά το θάνατο του συζύγου με καθήκον να επαγρυπνεί για την τύχη και τα κληρονομικά δικαιώματα του εμβρύου.

ενάνθημα (το): εσωτερικό εξάνθημα πάνω στους βλεννογόνους φυσικών κοιλοτήτων του σώματος (στόμα, φάρυγγας, ρινικές κοιλότητες)

ενιαχού (επιρρ.): σε μερικά μέρη, σε μερικά σημεία, μερικές φορές

εξίσου (επιρρ.): σε ίση ποσότητα, στον ίδιο βαθμό

εξού (επιρρ.): απ' όπου

επίκωπος (ο): ο πλησιέστερος στην πρύμνη κωπηλάτης

επίνευση (η): η κάμψη της κεφαλής προς τα εμπρός

εταμίνα (η):λεπτό ύφασμα με αραίη ύφανση

Θ

θεοδρομώ: ακολουθώ τρόπο ζωής σύμφωνο με τις θείες επιταγές

θεομάχος (ο): πρόσωπο που αντιτίθεται με κάθε τρόπο στην ιδέα περί Θεού, θεϊκής πρόνοιας και λατρείας

θεοπτία ή θεοψία (η): η νοερή θέαση του Θεού από τους ησυχαστές

θεωνύμιο (το): όνομα που δηλώνει θεό

θεωρικά (τα, μονο πληθ.): τα χρήματα που δίνονταν σε άπορους πολίτες της Αρχαίας Αθήνας ως θεατρικό εισιτήριο

θεωρός (ο): στην αρχαιότητα, μέλος της επίσημης αντιπροσωπείας πόλεως σε πανελλήνιους αγώνες γιορτές ή λήψη χρησμού από μαντείο/ πρόσωπο για τη διαφύλαξη ιερών σκευών ναού

θηκαρίζω: βάζω σπαθί στο θηκάρι του

θηλυτοκώ: γεννώ μόνο θηλυκά τέκνα

Ι

ιέραξ (ο): το γεράκι

ιλυώδης, -ης, -εςο σχετικός με τη λάσπη

ινιδισμός (ο): σειρά από διαδοχικές, γρήγορες, ακανόνιστες και ανεπαρκείς συσπάσεις ενός μυός και κυρίως του καρδιακού

ισόθεος, -η, -ο: αυτός που έχει την ίδια αξία με θεό ή τιμάται ως θεός

Κ

κάδη (η): μεγάλο φαρδύ και στρογγυλό δοχείο που χρησιμοποιείται κυρίως για το πάτημα των σταφυλιών ή για το χτύπημα του γάλατος κατά την παραγωγή βουτύρου

κάθα (επιρρ.): σύμφωνα με όσα

κάλλαιο (το): το λειρί του πετεινού/ προεξοχή του ηθμοειδούς οστού του κρανίου, πάνω στην οποία προσφύεται η σκληρή μήνιγγα

καλάρω: ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα

κροκωτός, -ή, -ό: κροκοβαφής, κροκάτος

κρυαμάρα (η): το ανότητο αστείο, η κρυάδα

κρυόλιθος (ο): το φθοριούχο ορυκτό του νατρίου και του αργιλίου

κρυόμπλαστος, -η, -ο: αυτός που χαρακτηρίζεται από ψυχρότητα, που δεν εκδηλώνει έντονα συναισθήματα

κρυοπηξία (η): μέθοδος που χρησιμοποιεί την τοπική ψύξη σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία για καταστροφή παθολογικών σχηματισμών

κρυοπληξία (η): προσβολή του οργανισμού από το εξωτερικό ψύχος

κρυοσκόπιο (το): το όργανο με το οποίο μετρούμε  τη θερμοκρασία πήξεως ενός διαλύματος

κρυοστάτης (ο): συσκευή που χρησιμοποιείται για διατήρηση σταθερής χαμηλής θερμοκρασίας με τη βοήθεια υγροποιημένου αερίου

 

Λ

λατύπη (η): μικρό κομμάτι πέτρας που αποκόπηκε κατά την εξόρυξη ή κατά τη λάξευση ενός πέτρινου όγκου

λεμβούχος (ο): ιδιοκτήτης ή οδηγός μίας λέμβου

λεμβωδία (η): τραγούδι με θαλασσινό - ερωτικό θέμα, βαρκαρόλα

λετρισμός (ο): λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό ρεύμα που εμφανίστηκε στη Γαλλία περίπου το 1945

λεχωνία (η): η περίοδος των 40 ημερών που ακολουθεί τον τοκετό

λογάδην (επιρ.): κατ' επιλογήν, ύστερα από επιλογή

λυκιδεύς (ο)το νεογέννητο του λύκου, το λυκόπουλο

Μ

μάκτρο (το): κομμάτι από ύφασμα που χρησιμοποιείται για καθάρισμα

μαμμωνάς (ο)συναντάται στην Καινή Διαθήκη και είναι συνώνυμο του πλούτου και των υλικών αγαθών

μέδιμνος (ο): αρχαιοελληνικό μέτρο χωρητικότητας στερεών και ειδικά του σιταριού

μελιτώδης, -ης, -ες: αυτός που παρουσιάζει ομοιότητα με το μέλι ως προς τη γεύση, το χρώμα ή τη σύσταση

μυδρίαση (η): η διαστολή της κόρης του ματιού

μυρτόλη (η): αιθέριο έλαιο που λαμβάνεται από τα φύλλα της μυρσίνης

N

ναναρίζω: κοιμίζω με νανούρισμα, νανουρίζω

ναύδετο (το): μεγάλη σημαδούρα, αγκυροβολημένη σε συγκεκριμένη θέση, στην οποία προσδένεται πλοίο αντί να αγκυροβολήσει

νεάζω: είμαι ή δείχνω νέος/ μιλώ, σκέπτομαι και πράττω σαν να είμαι νέος

νεωλκείο (το): επικλινές κατασκέυασμα επί του οποίου κατασκευάζονται, επισκεύαζονται και καθαρίζονται πλοία

νεώσοικος (ο): το σημείο του λιμανιού που καλύπτεται με στέγαστρο και εξυπηρετεί στη φύλαξη πλοίων που έχουν ανελκυστεί από τη θάλασσα

νηολόγιο (το): δημόσιου χαρακτήρα βιβλίο που τηρείται στους λιμένες που πραγματοποιείται νηολόγηση

νηοπομπή (η): οποιαδήποτε σύμπλευση πλοίων κατ' ομάδα

νηπιάζω: φέρομαι σαν νήπιο, παιδιαρίζω/ έχω την αθωότητα ενός νηπίου

νταμωτός, -ή, -ό: αυτός που έχει συνυφασμένα ή σταμπαρισμένα συνεχόμενα τετραγωνάκια, ο νταμάδος

Ξ

ξενερίζω: α)αλλάζω το νερό μέσα στο οποίο έχω τοποθετήσει κάτι, β) χάνω τον προσανατολισμό μου (για ψάρια), γ) συνέρχομαι από μεθύσι, δ)αλλάζω τις συνήθειες μου (μτφ.), ε)αναδύομαι στην επιφάνεια (για ψάρια ή αντικείμενα)

ξίκι (το): όχι σωστό, λειψό/ μόνο στη φράση "ξίκι να γίνει"

ξικισμός (ο): διαταραχή του λόγου, τραύλωση, φυσική ανωμαλία στην προφορά του ξ, που μερικά άτομα το προφέρουν παχύτερα από την κανονική προφορά

Ο

οίκαδε (επιρρ.): προς το σπίτι, προς την πατρίδα

οινόφλυξ (ο): ο μεθυσμένος

ομαδόν (επιρρ.): ομαδικά

ομφαλωτός, -ή, -ό: που μοιάζει ή είναι στρογγυλός σαν τον ομφαλό

ορδί (το): στρατιωτικό σώμα με ιδιαίτερη διάταξη, η φάλαγγα

Π

παιδικάτα (τα): η παιδική ηλικία κάποιου

παντάναξ (ο): ο βασιλειάς των πάντων, ο άρχοντας του σύμπαντος, προσωνύμιο του Θεού

πανταχού (επιρρ.): σε όλα τα σημειά, παντού

πεκούνι (το): το χρήμα, η περιουσία

πέντολο (το): το εκκρεμές

περσέμολο (το): ο μαϊντανός

πίκι (το): κοντάρι τοποθετημένο λοξά πάνω σε έναν ιστό, στα σκάφη με τετράγωνα ιστία

πολισμός (ο): οικοδόμηση νέας πολης, οικισμού

πολλαχού (επιρρ.): σε πολλά μέρη, σημεία

πορπωτός, -ή, -ό: που συνδέεται, στερεώνεται ή κουμπώνει με πόρπη

πρέμνο (το): αυτό που απομένει στη γη μετά το κόψιμο ενός δέντρου, ειτε το τμήμα του κορμού που μένει στο έδαφος, είτε ολόκληρο το υπόλοιπο (μαζί με τις ρίζες)/ το σύνολο ενός θαμνώδους, δεντροειδούς φυτού. το φυτό που βγάζει σταφύλια  (κλήμα, αμπέλι)

πρηνηδόν (επιρρ.): με το μπροστινό μέρος του σώματος, προς το έδαφος, προς τα κάτω, μπρούμυτα

πριχού (επιρρ.): προτού, πριν

πρόσθεν (επιρ.): μπροστά από

πρόσθημα (το): τό φύλλο που προστίθεται σε συναλλαγματικές, γραμμάτια, επιταγές και άλλους τίτλους, όταν το αρχικό δεν επαρκεί για τις οπισθογραφήσεις

προσόψι (το): πετσέτα για το πρόσωπο

πτιλωτός, -ή, -ό: ο φτιαγμένος από πτίλα (δηλ. πούπουλα), πουπουλένιος, χνουδωτός

πυλωρός (ο): το κωνοειδές στόμιο που βρίσκεται στο κατώτατο τελικό τμήμα του στομάχου και στην αρχή του λεπτού εντέρου

πυράγρα (η): τσιμπίδα για τα κάρβουνα/ μασιά

Ρ

ρεμβώδης, -ης, -ες: αυτός που ονειροπολεί

ρόδακας (ο)ακτινωτό διακοσμητικό σχήμα, σαν τριαντάφυλλο με ανοικτά φύλλα

ρωγοβύζι (το): θηλή από λάστιχο ή πλαστικό που προσαρμόζεται στο στόμιο μικρής φιάλης, για τεχνητό θηλασμό βρέφους, το μπιμπερό

Σ

σαρδόνυξ (ο): ημιπολύτιμος λίθος με διαδοχικά σκουρόχρωμα και ανοιχτόχρωμα χρώματα, όπου τα σκουρόχρωμα είναι κόκκινα ή καστανά

σελαχώδης, -ης, -εςαυτός που μοιάζει με το σελάχι (είδος ψαριού)

σηματωρός (ο): υπαξιωματικός ή ναύτης που έχει ως έργο του την επικοινωνία με σήματα

σιφούνι (το): το αυλάκι του νερόμυλου, στο οποίο κυλά το νερό που φέρνει σε κίνηση τη φτερωτή

σκολόπαξ (ο): η μπεκάτσα

σκοπιωρός (ο): φρουρός, ναύτης που βγαίνει στη στεριά για ανίχνευση

σκουτέλι (το): μικρή γαβάθα

σκρίνιο (το): μικρό έπιπλο που συνδυάζει μπουφέ με βιτρίνα, γραφείο

σολιψισμός (ο): φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε (με βεβαιότητα) είναι η προσωπική μα αντίληψη/ συνείδηση. Μεταφυσική πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι δημιούργημα του μυαλού του καθενός ανθρώπου, άρα δεν υπάρχει τίποτα έξω από τη σκέψη μας.

σόλοικος, -η, -ο: α) που πέφτει σε συντακτικά λάθη στο λόγο του, β) για κείμενα που είναι γεμάτα συντακτικά λάθη, γ) απρεπής, ανάρμοστος

στιχηδόν (επιρρ.): κατά στίχους, κατά σειρά

σωρηδόν (επιρρ.): κατά σωρούς, άτακτα και σε ποσότητες

Τ

ταινιωτός, -ή, -ό: που αποτελείται από ταινίες ή εχει ανάλογη μορφή

ταλαγάνι (το): ανδρικό χειμερινό πανωφόρι που φορούν συνήθως οι βοσκοί

τανάπαλιν (επιρρ.): κατ' αντίθετη φορά, αντίστροφα

τέττιξ (ο): το τζιτζίκι

τυρφώδης, -ης, -εςαυτός που μοιάζει με τύρφη (οργανικό καύσιμο), ή που αποτελείται από τύρφη

Υ

υπομάζιος, -α, -ο: κάτω από το μαστό

Φ

φαβισμός (ο): ασθένεια που εκδηλώνεται μετά από την κατανάλωση φάβας, κυρίως όταν είναι από κουκιά, κυάμωση

φελπένιος, -α, -ο: που είναι κατασκευασμένος από φέλπα (βαμβακερό συνηθ. ύφασμα, που αποτελεί απομίμηση του βελούδου. Αλλιώς φελπεδένιος

φιλιατρό (το): χείλος ή στόμιο πηγαδιού

φιλόθεος, -η, -ο: αυτός που δείχνει αγάπη και σεβασμό προς το Θεό

φλοκωτός, -ή, -ό: αυτός που αποτελείται από φλόκες (δηλ. φούντες), φλοκάτος

φουσκίζω: ρίχνω λίπασμα στη γη

φώλι (το): αυγό ή ομοίωμα αυγού που τοποθετείται στη φωλιά της κότας για να την προσελκύσει να γεννήσει εκεί

Χ

χαμοθεός (ο): επίγειος θεός/ ο προστάτης, ο βοηθός (μτφ)

χάνδαξ (ο): ρήχή τάφρος, μικρό όρυγμα, χαντάκι

χουγιάζω: φωνάζω δυνατά από απόσταση

Ω

ωσαύτως (επιρρ.):κατά παρόμοιο τρόπο, ομοίως/ επιπροσθέτως, επίσης

More in this category: Αυτό το ξέρατε...;

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Όμιλος Σκραμπλ Αθηνών-Πειραιώς

Καφέ Άλικο, Αγίου Δημητρίου 16, 10554

Ψυρρή 1ος όροφος

Τηλ: 6975884067 - 6987239119 - 6987794671

Email: omilos.scrabble.a.p@gmail.com

ΩΡΑΡΙΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Τετάρτη: 17:00 - 21:00

Σάββατο: 17:00 - 20:00

Κυριακή: 17:00 - 21:00